Skip to content

BioMedResearch.gr

Narrow screen resolution Wide screen resolution Increase font size Decrease font size Default font size
Βρίσκεσθε εδώ:Αρχική arrow Το βήμα των ερευνητών arrow Άρθρα - απόψεις επισκεπτών ερευνητών arrow Οριοθέτηση του αντικειμένου της Αναπτυξιακής Ιατρικής Φυσιολογίας
Οριοθέτηση του αντικειμένου της Αναπτυξιακής Ιατρικής Φυσιολογίας Εκτύπωση E-mail
Αξιολόγηση χρήστη: / 57
ΦτωχόΑριστο 
Γράφει ο/η Απόστολος Ζάρρος, MD, Ιατρική Σχολή Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών   
14.03.10

Αντικείμενο της Ιατρικής Φυσιολογίας αποτελεί η συστηματική μελέτη της κατά φύση διάπλασης, μορφολειτουργικής υπόστασης και εξέλιξης της ανθρώπινης οντότητας ή οιουδήποτε τμήματος αυτής.

Η Φυσιολογία αποτελεί Βασική Επιστήμη με καταβολές στη Βιολογία. Αποτελεί, ωστόσο, αυτοτελή Επιστήμη που: (α) μελετά τη ζώσα ύλη, (β) ερευνά τις λειτουργίες των ζωντανών οργανισμών, (γ) ερμηνεύει τα φαινόμενα της ζωής, (δ) καθορίζει τους νόμους και τις αιτίες των φαινομένων αυτών και (ε) ζητά να υπαγάγει όλα τα παραπάνω σε γενικούς μηχανικούς νόμους της νεκράς φύσης. Η σημασία της υιοθέτησης της Φυσιολογίας από την Ιατρική Επιστήμη έχει κατά το παρελθόν ιδιαίτερα εκτιμηθεί, με κύριο εκφραστή τον Αριστοτέλη που σημειώνει στα Μικρά Φυσικά (Parva Naturalia) [1]:

«…όσο για την υγεία και τη νόσο, η πραγμάτευση των αιτιών τους δεν είναι μόνο έργο του γιατρού αλλά, ως ένα σημείο, και του φυσικού φιλοσόφου. Δεν πρέπει, όμως, να μας διαφεύγει ο τρόπος, με τον οποίο οι δύο αυτές τάξεις ερευνητών διαφέρουν και εξετάζουν διαφορετικά προβλήματα, καθώς τα γεγονότα μαρτυρούν ότι, ως ένα σημείο, οι ασχολίες τους συνορεύουν. Όσοι γιατροί, δηλαδή, είναι περισσότερο καλλιεργημένοι και φιλέρευνοι, έχουν κάτι να πουν για τη φύση και υποστηρίζουν πως από αυτή λαμβάνουν τις αρχές τους, ενώ οι πιο σοφοί απ’ όσους έχουν ασχοληθεί με τη φύση τείνουν να καταλήξουν στις ιατρικές αρχές.»

Σήμερα, η Ιατρική Φυσιολογία είναι διακριτά οργανωμένη σε 5 (πέντε) κλάδους: (α) τη Γενική, (β) την Ειδική, (γ) την Αναπτυξιακή, (δ) την Εξελικτική και (ε) την Περιβαλλοντική Ιατρική Φυσιολογία. Μερικοί από τους παραπάνω κλάδους διαιρούνται σε ειδικότερα επιστημονικά πεδία για εκπαιδευτικούς (κυρίως) λόγους, ενώ οι τρεις πρώτοι κλάδοι τυγχάνουν διάκρισης μεταξύ Πειραματικής και Παθολογικής Ιατρικής Φυσιολογίας.

Γενική Ιατρική Φυσιολογία: Αντικείμενο της Γενικής Ιατρικής Φυσιολογίας αποτελεί η ανάδειξη των μηχανισμών λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, υπό το γενικότερο πρίσμα της λειτουργικής συνύπαρξης πολλών διαφορετικών κυτταρικών συστημάτων με κοινούς ρυθμιστικούς μηχανισμούς. Η Γενική Ιατρική Φυσιολογία παρέχει τις βασικές γνώσεις που απαιτεί η Ιατρική Επιστήμη για: (α) την κατανόηση της λειτουργίας (φυσιολογίας) των επιμέρους κυτταρικών ή υποκυτταρικών στοιχείων που συνιστούν το ανθρώπινο σώμα, (β) την ανάδειξη της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης και (γ) τη διερεύνηση της ομοιοστατικής μηχανικής πίσω από κάθε φυσιολογική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού.

Ειδική Ιατρική Φυσιολογία: Αντικείμενο της Ειδικής Ιατρικής Φυσιολογίας αποτελεί η εξειδικευμένη κατά συστήματα ιστών ή φυσιολογικών λειτουργιών μελέτη του ανθρώπινου οργανισμού. Η εξειδικευμένη αυτή προσέγγιση έχει εκπαιδευτικό αλλά και ερευνητικό χαρακτήρα, παρέχοντας την απαραίτητη για την περαιτέρω διερεύνηση ενός παθοφυσιολογικού ζητήματος γνώση. Στα πλαίσια της Ιατρικής εκπαίδευσης, προτιμάται η διδασκαλία σχετικών με τον κλάδο αυτό γνωστικών αντικειμένων υπό τη μορφή κατ’ επιλογήν υποχρεωτικών μαθημάτων.

Αναπτυξιακή Ιατρική Φυσιολογία: Η Αναπτυξιακή Ιατρική Φυσιολογία εστιάζει το ενδιαφέρον της στη μεταβολή των επιμέρους λειτουργικών, κυτταρικών και υποκυτταρικών στοιχείων του ανθρώπινου οργανισμού καθώς και των μεταξύ τους αλληλεπιδραστικών σχέσεων συναρτήσει της οντογενετικής του εξέλιξης. Με τον όρο “οντογενετική εξέλιξη” ορίζουμε όλο εκείνο το σύνολο των φυσιολογικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα σε έναν οργανισμό, από τη στιγμή της σύλληψής του μέχρι και το τέλος της ζωής του (υπάγοντας έτσι στον κλάδο αυτόν και τη Φυσιολογία της Γήρανσης).

Εξελικτική Ιατρική Φυσιολογία: Εν αντιθέσει με τους προηγούμενους κλάδους, η Εξελικτική Ιατρική Φυσιολογία υπηρετεί πρωτίστως την Ανθρωπολογική και δευτερευόντως την Ιατρική Επιστήμη. Αντικείμενο της αποτελεί η μελέτη της μεταβολής των επιμέρους λειτουργικών, κυτταρικών και υποκυτταρικών στοιχείων του ανθρώπινου οργανισμού καθώς και των μεταξύ τους αλληλεπιδραστικών σχέσεων συναρτήσει της ανθρωπολογικής του εξέλιξης.

Περιβαλλοντική Ιατρική Φυσιολογία: Η Περιβαλλοντική Ιατρική Φυσιολογία διαπραγματεύεται το σύνολο των λειτουργικών επιδράσεων του περιβάλλοντος επί της φυσιολογικής λειτουργίας του ανθρώπινου οργανισμού και των επιμέρους στοιχείων που τον αποτελούν. Πρόκειται δηλαδή για ένα ευρύ γνωστικό πεδίο ικανό να εξειδικευτεί για διάφορες υπαρκτές ή τεχνητές (πειραματικές ή μη) περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η έλλειψη βαρύτητας, η παρουσία υψηλών πιέσεων ή θερμοκρασιών κλπ.

Μία σχηματική απεικόνιση των περί τη Φυσιολογία Βασικών Επιστημών δίδεται στο Σχήμα Ι. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να ξεκαθαριστεί πως η υιοθέτηση διαφόρων γνωστικών αντικειμένων ως βασικών κλάδων της Ιατρικής Φυσιολογίας (π.χ. Συγκριτική Φυσιολογία, Εργοφυσιολογία, Ψυχοφυσιολογία, Νευροφυσιολογία, Αεροπορική και Διαστημική Φυσιολογία, Φυσιολογία Υψηλών Πιέσεων, Φυσιολογία της Εργασίας κλπ) δεν είναι λανθασμένη, αλλά κρίνεται (από πλευράς ταξινόμησης) υπερβολική.

zarros-a.jpg

Όπως προαναφέρθηκε, αντικείμενο της Αναπτυξιακής Φυσιολογίας αποτελεί η συστηματική μελέτη της μορφολειτουργικής διάπλασης και εξέλιξης του εκάστοτε εξεταζομένου (ανωτέρου συνήθως) βιολογικού συστήματος. Ο ορισμός αυτός, ωστόσο, διακρίνεται τόσο από χρονο-οριοθετική όσο και από αντικειμενική ασάφεια.

Η χρονο-οριοθετική του ασάφεια συνίσταται στο ότι δεν καθορίζεται επακριβώς η εναρκτήριος, για τη ζητούμενη μελέτη, βιολογική ηλικία του υπό εξέταση συστήματος. Έτσι, δεν είναι λίγοι οι μελετητές που (για διδακτικούς κυρίως λόγους) αποφεύγουν την αναφορά σε πρώιμα εμβρυϊκά ή κυηματικά στάδια ενός βιολογικού συστήματος, θεωρώντας μια τέτοια αναφορά αποκλειστικό αντικείμενο της Εμβρυολογίας και όχι της Αναπτυξιακής Φυσιολογίας. Αρκετοί όμως τυγχάνει να είναι και οι μελετητές που θεωρούν την προγεννητική οντογένεση αναπόσπαστο κομμάτι της μεταγεννητικής φυσιολογικής ανάπτυξης, γεγονός που τους υποχρεώνει σε πλήρη και συνεχή θεώρηση της δυναμικής των φυσιολογικών λειτουργιών από τη στιγμή της γονιμοποίησης έως την γήρανση και τη στιγμή του φυσιολογικού θανάτου.

Η αντικειμενική του ασάφεια συνίσταται στο ότι δεν καθορίζεται επακριβώς η έκταση, τα κριτήρια και ο βαθμός διερεύνησης του εκάστοτε εξεταζομένου βιολογικού συστήματος, με αποτέλεσμα την ελλιπή συστηματοποίηση των διαθέσιμων αλλά και παρεχόμενων κάθε φορά πληροφοριών. Το γεγονός αυτό δίδει μεν την ευχέρεια στους γράφοντες να ελίσσονται, να αναπτύσσουν και να δίνουν έμφαση σε πτυχές που υποκειμενικά θεωρούν σημαντικότερες, ωστόσο, ωθεί τους αναγνώστες σε ατελείς θεωρήσεις.

Μια ιδεατή συστηματοποίηση, θα οικειοποιούταν την άποψη του Bunak [2] που θέλει την οντογενετική ανάπτυξη να διακρίνεται σε τρία στάδια: (α) στο στάδιο της προοδευτικής τάσης, που χαρακτηρίζεται από την επιμήκη αύξηση του σώματος ή του υπό εξέταση βιολογικού συστήματος και που χαρακτηρίζεται ως προσταθεροποιητικό, (β) στο στάδιο της σταθεροποίησης, που χαρακτηρίζεται από την αύξηση της λιπιδικής στοιβάδας, την αύξηση του σωματικού βάρους, καθώς επίσης και από τη σταθεροποίηση των λειτουργικών παραμέτρων και (γ) στο στάδιο της υποχωρητικής τάσης, που χαρακτηρίζεται από την μείωση του σωματικού βάρους, την ελάττωση των λειτουργικών παραμέτρων, καθώς επίσης και από την αλλοίωση των μορφολειτουργικών χαρακτηριστικών και που χαρακτηρίζεται ως μετασταθεροποιητικό.

Είναι γνωστό, πως η σωματική ανάπτυξη εξαρτάται τόσο από ενδογενείς (κληρονομικότητα και γενετική προδιάθεση), όσο και από εξωγενείς πληθυσμιακά κυμαινόμενους παράγοντες (κυρίως κοινωνικο-οικονομικής φύσεως). Είναι επίσης γνωστό, πως η σωματική ανάπτυξη δύναται να διακριθεί σε τέσσερις επιμέρους τύπους [2] χρονικά διακριτής οργανικής ανάπτυξης: (α) στον γενικό τύπο ανάπτυξης (Σχήμα ΙΙ), στον οποίο υπάγονται τα όργανα του αναπνευστικού, του κυκλοφορικού και του πεπτικού συστήματος, οι μύες, ο σκελετός, οι νεφροί, καθώς επίσης και ο σωματικός φαινότυπος (εξαιρουμένης της κεφαλής), (β) στον λεμφοειδή ή λεμφατικό τύπο ανάπτυξης (Σχήμα ΙΙΙ), στον οποίο υπάγονται κατά κύριο λόγο οι αμυγδαλές, ο θύμος, οι λεμφαδένες και οι παρεντερικές λεμφατικές πλάκες, (γ) στον μυελικό ή εγκεφαλικό τύπο ανάπτυξης (Σχήμα ΙV), στον οποίο υπάγονται ο εγκέφαλος μετά του νωτιαίου μυελού, η σκληρή μήνιγγα, καθώς και η φαινοτυπική διαμόρφωση της κεφαλής, και (δ) στον αναπαραγωγικό τύπο ανάπτυξης (Σχήμα V), στον οποίο υπάγονται οι όρχεις, οι σπερματοδόχοι κύστεις, οι ωοθήκες, ο προστάτης, τα σπερματικά σωληνάρια και εν γένει τα όργανα αναπαραγωγής και οι συσχετιζόμενες με αυτά ιδιότητες των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου.

zarros.jpg

Η ετεροχρονία, η περιοδικότητα, η συνέχεια και η αυτορρύθμιση που παρατηρούνται μεταξύ των παραπάνω τύπων οργανικής ανάπτυξης είναι νομοτελειακά ακριβείς στο σύνολο ενός υγιούς πληθυσμού, με σαφή ενδογενετική προχάραξη. Η οντογένεση και η φυσιολογική ανάπτυξη αποτελούν βιολογικές διαδικασίες διαρκούς αμφίδρομης ομοιοστατικής εξισορρόπησης ενός βιολογικού συστήματος απέναντι σε εξωτερικές αλλά και εσωτερικές μεταβολές. Γενετικά προγραμματισμένη βιολογική διαδικασία φαίνεται να είναι και η γήρανση.

Έχει κατά καιρούς διατυπωθεί η άποψη πως η ζωή στο άτομο καταξιώνεται με την αναγέννησή της μέσω απογόνων [3], γεγονός που επιτάσσει την βιο-γενετικά υπαγορευόμενη τελειοποιητική κορύφωση των φυσιολογικών λειτουργιών έως και το στάδιο της σεξουαλικής ωριμότητας. Υπονοείται έτσι, πως η έλευση του σταδίου αυτού σηματοδοτεί την έναρξη της διαδικασίας της γήρανσης και της προοδευτικής διαφορικής εκφύλισης των επιμέρους φυσιολογικών λειτουργιών. Μετρήσεις σε είδη της οικογένειας των πρωτευόντων [4], έχουν αποκαλύψει άμεση συσχέτιση της μεταβολής του μεσολαβούμενου - από την στιγμή της γεννήσεως έως και την μέση ηλικία επιτεύξεως της σεξουαλικής ωριμάνσεως - χρονικού διαστήματος, με την αντίστοιχη μεταβολή του μεγίστου χρόνου επιβιώσεως.

Ωστόσο, η αποδοχή μιας τέτοιας άποψης σήμερα θα ήταν παρακινδυνευμένη, δεδομένου του πλήθους των βιοχημικών συσχετίσεων διαφόρων ενδοκυτταρικών διεργασιών με τη διαδικασία της γήρανσης [5], που πιθανότατα καταδεικνύει το στάδιο της σεξουαλικής ωριμότητας σε μέγιστο εφικτό επίπεδο φυσιολογικής αυτορρύθμισης και λειτουργικής αναπτύξεως. Όπως και να ’χει, η συγκριτική αναπτυξιακή κατάταξη με άξονα τη σεξουαλική ωρίμανση αποτελεί ένα σταθερό και αξιόπιστο κριτήριο αναφοράς, επιδεκτικό πειραματικής μετρήσεως και επαληθεύσεως, παραμετροποιήσιμο και επανειλημμένα συσχετισθέν με άλλα κριτήρια αξιολόγησης της φυσιολογικής σωματικής, ψυχικής και διανοητικής ανάπτυξης (όπως η σκελετική, η ψυχολογική και η οδοντική ηλικία).

Η παραμετροποίηση του κριτηρίου της σεξουαλικής ωριμάνσεως έγκειται στον υπολογισμό του χρόνου εμφανίσεως, της διαδοχικότητας καθώς και του βαθμού ανάπτυξης [2] των δευτερευόντων χαρακτηριστικών του φύλου. Οι πιο συχνά επικαλούμενοι δείκτες αξιολόγησης της σεξουαλικής ανάπτυξης στους άρρενες είναι η τριχοφυΐα του προσώπου, της μασχάλης, της πρόσθιας επιφανείας του θώρακα καθώς και του εφηβαίου, η διόγκωση του λάρυγγος που συνοδεύεται από επιμήκυνση των φωνητικών χορδών και πάχυνση των βλεννογόνων τους (με αποτέλεσμα την αποκλιμάκωση του τόνου της φωνής), η διαμόρφωση ανδρικού σωματικού τύπου, η αυξημένη λειτουργία σμηγματογόνων αδένων (προδιάθεση ακμής και σμηγματορροϊκής αλωπεκίας), η μελάγχρωση και ρυτίδωση του όσχεου, η συχνότερη επίδειξη ενεργητικής ή/και επιθετικής συμπεριφοράς, καθώς επίσης και η ανάπτυξη ενδιαφέροντος για το άλλο φύλο. Στο αντίθετο φύλο, εκτός από την τριχοφυΐα του εφηβαίου και της μασχάλης, αξιολογείται ο βαθμός διεύρυνσης της πυέλου, η ανάπτυξη των μαστών και κυριότερα, η έναρξη της εμμηνόρροιας.

Μολονότι η εμφάνιση των δευτερευόντων αυτών χαρακτηριστικών ποικίλλει από άτομο σε άτομο, με ενδεχόμενη σε έναν πληθυσμό την ύπαρξη σημαντικών ως προς την εκδήλωση τους ηλικιακών αποκλίσεων (περιπτώσεις πρόωρης ή καθυστερημένης εκδήλωσης), είναι πολλαπλά διαπιστωμένο πως ο εκφραζόμενος μέσω αυτών βαθμός σεξουαλικής ανάπτυξης σχετίζεται αναλογικά τόσο με το ολικό μέγεθος του σώματος, όσο και με άλλα επιμέρους χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, όπως για παράδειγμα η δομή του κεντρικού νευρικού του συστήματος, η ανάπτυξη της μυϊκής του μάζας ή ο δείκτης ευφυΐας του.

Σημείωση:

Το κείμενο αυτό αποτελεί σύντομη πραγματεία που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά σε περιορισμένα αντίγραφα τον Ιούλιο του 2005 από τον γράφοντα.


Βιβλιογραφία:

1. Αριστοτέλης. Μικρά Φυσικά. Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1995.
2. Σοφιάδης ΝΘ, Malyarenko TN. Φυσιολογία της Οντογένεσης. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2000.
3. Παπαφίλης Α, Τσακίρης Σ, Κοτσιφάκη Ε, Κάμπερ Ε, Τσοπανάκη Χ, Τσιμπουκίδου Λ. Αναπτυξιακή Φυσιολογία και Φυσιολογία της Γήρανσης. Εργαστηρίου Πειραματικής Φυσιολογίας Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Αθήνα 1995.
4. Cutler RG (ed.). Interdisciplinary Topics in Gerontology, Vol. 9: Cellular aging: concepts and mechanisms. Karger, Basel 1976.
5. Johnson JE-Jr (ed.). Aging and Cell Function. Plenum Press, New York 1984.

 
< Προηγ.   Επόμ. >

Μηνιαία ενημέρωση

Εισάγετε το email σας και -προαιρετικά- το όνομά σας παρακάτω και επιλέξτε "εγγραφή" για να λαμβάνετε κάθε μήνα την ενημέρωση του site. Αν επιθυμείτε να αφαιρεθεί το email σας από τη λίστα, πατήστε "διαγραφή".






Εικόνα Κεφαλίδας
Τίτλος: Lecture theater
Copyright: © NHS Foundation Trust